Η δημοτικότητα του
Νεκτάριου Κεφαλά, Επισκόπου Πενταπόλεως, προκαλεί τη ζήλια των κληρικών στην
Αλεξάνδρεια. Από φόβο ότι θα γίνει ο επόμενος Πατριάρχης Αιγύπτου, ο κλήρος τον
δυσφημίζει με αποτέλεσμα να του στερήσουν την ιερατική του ιδιότητα και να τον
εξορίσουν από την Αίγυπτο. Στην Αθήνα πια, χάρη στην εξελιγμένη παιδαγωγική του
τακτική γίνεται ξακουστός και κοσμαγάπητος και την ίδια εποχή επιδίδεται σε
σπουδαίο συγγραφικό έργο. Όμως ο φόρτος εργασίας τον καταπονεί και αποφασίζει
να αποσυρθεί στην Αίγινα. Ξαναχτίζει ένα ερειπωμένο μοναστήρι με τα ίδια του τα
χέρια και χάρη στη φήμη του το μοναστήρι μεγαλώνει. Η Mονή όμως δεν
αναγνωρίζεται ποτέ, ενώ ο Άγιος Νεκτάριος κατηγορείται άδικα για ανηθικότητα.
Στο Αρεταίειο νοσοκομείο λίγο πριν το τέλος του, θα κάνει το τελευταίο του
θαύμα.
Επίσκοπος Πενταπόλεως,
ο Νεκτάριος Κεφαλάς, βγαίνει από την Ωραία Πύλη κατά την διάρκεια της
λειτουργίας, ψάλλοντας. Αυτή είναι η πρώτη του εικόνα στην μεγάλη οθόνη. Τον
αντικρίζουμε περί την ηλικία των 30 και όχι από μικρό παιδί όπως ίσως θα
σκεφτόταν κανείς -έτσι σκέφτηκα και εγώ, αν και αντιλαμβάνομαι το σκεπτικό των
συντελεστών της ταινίας βάσει του βίου του. Ο επίσκοπος είναι ιδιαίτερα
αγαπητός από το ποίμνιό του στην Αλεξάνδρεια και όλοι βλέπουν στο πρόσωπό του
τον επόμενο Πατριάρχη, όχι όμως τα μέλη του κλήρου. Η αγάπη που συγκεντρώνει, αντί να τον εξυψώσει στα μάτια τους, τον καταποντίζει. Τον δυσφημούν, του
εναντιώνονται και όλα οδηγούν στον εξορισμό του στην Ελλάδα.
Ο επίσκοπος Νεκτάριος Κεφαλάς υπομένει την κακία που υψώνεται απέναντί του. Το μόνο που τον πονά είναι η σκέψη ότι στεναχώρησε τον πνευματικό του, Πατριάρχη Σωφρόνιο, τον οποίο δεν αφήνουν να δει. Και κάπως έτσι παίρνει το δρόμο για την Αθήνα.
Δεν θα βρει
καλύτερο κλίμα εκεί. Οι φήμες που τον ακολουθούν, τον έχουν προσπεράσει ήδη και
έτσι δεν γίνεται δεκτός από τον Αρχιεπίσκοπο Ελλάδος. Ζει τον διωγμό,
ταπεινώνει τον εαυτό του, πιστεύοντας ότι την κακία των γύρω του την γεννά ο
ίδιος και ρακένδυτος πια, ενώ προσφέρει ό,τι έχει στον συνάνθρωπό του, καταφέρνει
μετά την παραμονή του στο Άγιο Όρος να μπει στην Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή
για να διδάξει. Ακόμη και εκεί, τον αντιμετωπίζουν με καχυποψία. Εκείνος όλα
αυτά τα χρόνια γράφει για το Θεό και γρήγορα βρίσκει ανταπόκριση από το ποίμνιο
και τους μαθητές του.
Ώσπου αποφασίζει
να λειτουργήσει ένα ερειπωμένο μοναστήρι γυναικών στην Αίγινα. Από τα λιγοστά
του εισοδήματα και με προσωπική δουλειά ανασταίνει τον όμορφο αυτό τόπο και
δίνει ελπίδα στις μοναχές, κάνοντας το όνειρό τους πραγματικότητα. Ακόμη όμως
διώκεται, ταπεινώνεται και εξευτελίζεται από όσους δεν θέλουν να παραδεχτούν
την ιδιότητά του, καθώς ο επίσκοπος Πενταπόλεως Νεκτάριος Κεφαλάς ήταν ήδη Άγιος,
ο Άγιος Νεκτάριος.
Ο ίδιος νοσεί
βαριά από καρκίνο του προστάτη και καθώς αφήνει την τελευταία του πνοή, τελεί
ένα θαύμα για έναν συνάνθρωπό του, που έχει πραγματική ανάγκη.
«Ο Άνθρωπος του
Θεού» αποτελεί μια βιογραφική δραματική αγγλόφωνηελληνική ταινία σε
σενάριο και σκηνοθεσία Γέλενα Πόποβιτς στην οποία πρωταγωνιστεί ο Άρης
Σερβετάλης. Το καστ της ταινίας περιλαμβάνει επίσης τους, Αλεξάντρ Πετρόφ, Καρυοφυλλιά
Καραμπέτη, Τόνια
Σωτηροπούλου και Μίκι
Ρουρκ. Η ταινία είναι συμπαραγωγή της Simeon
Entertainment και της View Master Films. Στην παραγωγή συμμετείχαν επίσης
η Μονή
Βατοπεδίου και το Ινστιτούτο Άγιος Μάξιμος Ο Γραικός.
Ο πρωταγωνιστής
Άρης Σερβετάλης
Εάν για κάποιον θα
πρέπει να γίνει ξεχωριστή μνεία, αυτός δεν είναι άλλος από τον Άρη Σερβετάλη. Ο ηθοποιός
ενσαρκώνει τον επίσκοπο Πενταπόλεως Νεκτάριο Κεφαλά. Ενσαρκώνει τον άγιο
Νεκτάριο. Η ασκητική φιγούρα του δεν θα μπορούσε παρά να ταιριάζει με την όψη
ενός τέτοιου ανθρώπου. Η αλήθεια είναι, ότι μοιάζει καθ’ όλη την διάρκεια
περισσότερο με μοναχό παρά με επίσκοπο. Η φυσιογνωμία του είναι αυτή που
ξεχωρίζει. Το καθαρό βλέμμα του, βλέμμα που δεν θυμίζει σε τίποτα τον άλλοτε
«Λάζαρο» της γνωστής σειράς. Μοιάζει να μην γνωρίζει την αμαρτία, όπως με
αλήθεια κοιτά τον συνάνθρωπό του και είναι έτοιμος να παραδοθεί ολόκληρος εν
ονόματι του Θεού.
Πώς ανέχεται τόση
αδικία, θα σκεφτείς αναγκαστικά, όπως έκανε και αμέτρητες φορές ο αγαπητός
μαθητής του, που λαχταρούσε να τον δει Πατριάρχη.
Προσωπικά, παρέβλεψα την φτωχή αγγλική προφορά των περισσότερων από τους ηθοποιούς,
αντιλαμβανόμενη το στόχο που έχει το μοίρασμα αυτής της ταινίας στο κόσμο σε
αυτή τη γλώσσα. Εντούτοις θα ήθελα να μην υπάρχει τόσο βιασύνη στο πέρασμα του χρόνου, κατά την διάρκεια της ταινίας, σύμφωνα με την οποία βλέπουμε τον επίσκοπο να γερνά απότομα. Με λίγα λόγια να έχει γίνει καλύτερη διαχείριση του χρόνου ως προς τα γεγονότα.
Δες το trailer της ταινίας εδώ και πραγματικά βάλ' τη στην λίστα σου. Εγώ την είδα στον κινηματογράφο. Αξίζει κάποτε να την δεις.
ToAfterLife διηγείται τη ζωή του Τόνι
(Ρίκι Τζερβέις), ενός αρθρογράφου της τοπικής εφημερίδας του Τάμπουρι. H ζωή του ανατρέπεται όταν η
σύζυγός του πεθαίνει από καρκίνο του μαστού. Στην αρχή σκέφτεται να
αυτοκτονήσει, ωστόσο, αποφασίζει να ζήσει, υπό τον όρο, να τιμωρήσει τον κόσμο
για το θάνατο της συζύγου του, με το να λέει και να κάνει οτιδήποτε θέλει.
Θεωρεί πως με το να είναι μόνιμα κακόκεφος και πικρόχολος αποκτά την
"υπερδύναμη" να το πετύχει, αλλά το σχέδιο του ματαιώνεται, όταν όλοι
γύρω του προσπαθούν να τον βοηθήσουν να ξαναβρεί τους πρότερους ρυθμούς ζωής
του που θα επαναφέρουν τον αληθινό του εαυτό.
Δεν είναι εύκολο να αποδεχτείς
τις δύσκολες και μη αναστρέψιμες αλλαγές στη ζωή. Ο Τόνι βιώνει μία τέτοια. Η
Λίζα, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ήταν η αδελφή ψυχή του, όχι απλά η γυναίκα
του. Περνούσαν καλά, έκαναν «βλακείες», ήταν αρκετά διαφορετικοί αλλά
παρακινούσε ο ένας τον άλλο στην ζωή. Δεν είχαν παιδιά, αλλά αυτό δεν στάθηκε
λόγος για να μην έχουν μια υπέροχη σχέση μεταξύ τους.
Μάντεψε!
Η Λίζα βίωσε τον καρκίνο και
δυστυχώς απεβίωσε. Ήταν όμως προνοητική ακόμη και σε αυτό. Όσο νοσεί,
καταγράφει τον εαυτό της σε βίντεο και μέσω αυτών των καταγραφών προσπαθεί να
δώσει δύναμη στον Τόνι, για την περίοδο μετά το θάνατό της.
Ο Τόνι διαλύεται. Δεν
υποδύεται τον στεναχωρημένο. Αντικρίζεις ένα ψυχικό ράκος. Αποφασίζει λοιπόν να
αυτοκτονήσει. Δεν το κάνει, όχι ακόμη τουλάχιστον, αφού κάποιος θα πρέπει να
ταΐζει τον σκύλο του. Ίσως αυτό αποτελεί μόνο μία πρόφαση. Πάντως τον κρατά
στην ζωή και του δίνει την ευκαιρία να προσπαθήσει να βγάλει άλλη μια μέρα.
Το κακό με τον Τόνι -για τους
γύρω του τουλάχιστον- είναι ότι προκειμένου να ζει, αποφασίζει να λέει ότι
ακριβώς σκέφτεται, προσβάλλοντας τους ανθρώπους και προκαλώντας τους με την
συμπεριφορά του. Αλλά για τον Τόνι τί χειρότερο να συμβεί, αφού ούτως ή άλλως
προσδοκά το θάνατο.
Η ζωή του θα αλλάξει. Θέλοντας
και μη, αυτή αλλάζει συνεχώς. Συναντά απίθανους τύπους κάθε μέρα, σε σημείο που
λες, δεν μπορεί να συμβαίνουν όλα σε εκείνον. Ανάμεσά τους και τον πατέρα του,
καθημερινά, στον οίκο ευγηρίας, όπου μένει. Ο πατέρας του, Ρέι, πάσχει από
Αλτσχάιμερ, και το να του ζητά επανειλημμένα να δει την γυναίκα του Λίζα, είναι
για τον Τόνι, άλλο ένα βήμα προς την απελπισία.
Να σου πω κάτι;
Ο Τόνι παρόλα αυτά είναι ένας
πολύ ωραίος τύπος. Όταν ξεκίνησα την σειρά, κάπου ανάμεσα στο πρώτο και στο
δεύτερο επεισόδιο, αναρωτήθηκα για το αν θέλω να δω το υπόλοιπο. Δεν μετανιώνω
καθόλου που το έκανα. Είναι από τους ανθρώπους που χρειάζεται χρόνος για να τον
γνωρίσεις και όταν το κάνεις, δε θέλεις να τον αποχωριστείς..
Ο Τόνι έχει ιδιαίτερο, μαύρο
και έξυπνο χιούμορ. Λέει τα πιο αστεία πράγματα, απόλυτα σοβαρός και είναι
ουσιαστικά ευαίσθητος. Θέλει, όπως λέμε, σπρώξιμο για να ξεκολλήσει. Βρίσκει
την βοήθεια και το προσφέρει. Στο τέλος έχει κάνει πολύ περισσότερο καλό στους
γύρω του, απ’ ότι στον εαυτό του.
Το AfterLifeείναι
μια μαύρη κωμωδία με στοιχεία δράματος. Γέλασα αρκετές φορές -δεν ξεκαρδίστικα-
γέλασα όμως και στο τελευταίο επεισόδιο της δεύτερης σεζόν, έκλαψα ειλικρινά.
Θα ήθελα να υπάρξει συνέχεια στην ιστορία του, όχι γιατί δεν έχει κλείσει τα
ανοιχτά του θέματα ως εδώ, περισσότερο για να τον δω να γκρινιάζει με τον
μοναδικό του τρόπο για ακόμη μία φορά.
Οι δύο σεζόν που κυκλοφόρησαν
αποτελούνται από έξι επεισόδια η κάθε μία, περίπου των 30 λεπτών. Η σειρά
προβάλλεται από το Netflix.
Σκηνοθέτης της σειράς όσο και
σεναριογράφος είναι ο Ρίκι Τζερβέις. Η Κέιτι Μαυρολέων είναι βοηθός
σεναριογράφου.
30 Οκτωβρίου 1975. H 28χρονη, διαζευγμένη -σύμφωνα
με τον δημοσιογράφο που το αναγγέλλει την επόμενη μέρα- Wilma McCann, λείπει
για ένα ακόμη βράδυ από το σπίτι της, στο Leedsτης Βόρειας Αγγλίας, όπου τα
τέσσερα ανήλικα τέκνα της κοιμούνται. Ένα από αυτά ξυπνά ξημερώματα και καθώς
αντιλαμβάνεται την απουσία της, τήν αναζητά. Η Wilmaθα βρεθεί 150
μέτρα, μακριά από το σπίτι της, σκόπιμα τοποθετημένη σε εμφανές σημείο, άγρια
δολοφονημένη.
Ο Ασκός του Αιόλου έχει μόλις
ανοίξει.
Η αστυνομία του Δυτικού Yorkshireξεκινά
έρευνα. Σύντομα φτάνει στο συμπέρασμα, ότι η εν λόγω γυναίκα, ενδεχομένως
εκδιδόταν. Ενδεχομένως! Η θεωρία αυτή στηρίζεται στο γεγονός, ότι κυκλοφορούσε
στην συνοικία του Chapeltown,
γνωστή για την πληθώρα των πορνείων. Η δολοφονία μιας πόρνης, λοιπόν, καθώς ως
τέτοιου είδους πέρασε στην κοινή γνώμη, αν και τίθεται υπό διερεύνηση, λόγω ελλιπών
στοιχείων, μπαίνει γρήγορα στο συρτάρι και η ζωή συνεχίζεται.
Τρεις σχεδόν μήνες μετά, στις 29
Ιανουαρίου 1976, η 42χρονη Emily Jackson, μητέρα τριών παιδιών, βρίσκεται
επίσης δολοφονημένη στην περιοχή του Chapeltown. Ο ιατροδικαστής καταλήγει ότι η δολοφονία έχει κοινό
τρόπο εκτέλεσης με αυτό της Wilma
και η έρευνα δεν αργεί να δείξει ότι πιθανότατα πρόκειται για τον ίδιο δράστη. Για ακόμη μια φορά στόματα ισχυρίζονται ότι η Emilyήταν πόρνη.
Ο φόβος στον κλοιό της πορνείας
εξαπλώνεται, καθώς ο επικεφαλής της έρευνας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο
δράστης τις μισούσε.
Στις 11 Φεβρουαρίου του 1977,
ένας άνδρας που έχει βγάλει το σκύλο του βόλτα, βρίσκεται μπροστά σε ένα ακόμη
πτώμα. Αυτή την φορά πρόκειται για την Irene Richardson, 28 ετών, επίσης από το
Leeds. Η αστυνομία
βρίσκεται αντιμέτωπη με τον ίδιο άνθρωπο. Ο αποτρόπαιος τρόπος δράσης του,
καθώς χρησιμοποιεί σίγουρα μαχαίρι και κατσαβίδι, τον χαρακτηρίζει, και δεν
αργεί και παρομοιαστεί με τον «Τζακ τον αντεροβγάλτη» του 1880. Όλοι πια τον
αποκαλούν ως “Theripper”.
Ασφαλώς η δράση του δεν σταματά
εδώ, αλλά πέρα από τον πονοκέφαλο που έχει προκαλέσει στην αστυνομία, η κοινή
γνώμη δεν δείχνει να ενδιαφέρεται και τόσο. Η γυναικεία υπόσταση μοιάζει
παραγκωνισμένη, πόσο μάλλον αυτή μιας πόρνης.
Τα πράγματα δεν θα αλλάξουν μέχρι
την δολοφονία ενός 16χρονου κοριτσιού που εργάζεται σε σούπερ μάρκετ, της Jayne
MacDonald. Οι άνθρωποι για πρώτη φορά εκφράζουν τον αποτροπιασμό και ζητούν
αποτελέσματα από την αστυνομία. Οι έρευνες λαμβάνουν πρωτοφανή έκταση. Ο
δράστης όμως είναι καλά διαβασμένος. Είναι εξαιρετικά προσεκτικός. Δεν αφήνει
στοιχεία πίσω του και η κατάσταση τρομοκρατεί την κοινότητα.
Οι γυναίκες, όλες οι γυναίκες πια
κινδυνεύουν. Καμία δεν είναι ασφαλής σε περίπτωση που βρεθεί στο δρόμο του.
Ο καιρός περνάει και τίποτα δεν
αλλάζει, πέρα από την λίστα των θυμάτων, η οποία ολοένα και μεγαλώνει. Τα στοιχεία
είναι ελάχιστα και επισφαλή. Τα θύματα στα οποία δεν επέφερε το τελικό χτύπημα,
θυμούνται ελάχιστα και η αστυνομία έχει πέσει σε τέλμα. Τότε, ο επικεφαλής
κάνει έκκληση προς τον ίδιο τον δράστη και εκείνος ανταποκρίνεται με έναν
ιδιαίτερο τρόπο. Περιπαίζει την εθνική ασφάλεια της χώρας και τολμά να αναφέρει
ότι δεν έχουν ελπίδες μαζί του.
Τον Απρίλιο του 1979, το πτώμα
άλλης μιας γυναίκας, οδηγεί τον επικεφαλής της έρευνας να ζητήσει από το
γυναικείο πληθυσμό, να μην κυκλοφορεί καμία μόνη στους δρόμους, μέχρι να πιάσουν
τον αντεροβγάλτη. Άλλη μία περίπτωση, λίγους μήνες αργότερα του ίδιου έτους,
μετατρέπει την παρότρυνση σε εντολή και οι γυναίκες ξεσηκώνονται.
Το 1981 εντοπίζεται τυχαία. Δεν
γνωρίζουν ότι είναι αυτός. Οι κινήσεις του, όμως, κινούν υποψίες. Ύστερα από 13
επιβεβαιωμένες δολοφονίες και 9 επιθέσεις καταλήγει στα χέρια της ασφάλειας.
Δεν αντιστέκεται, αλλά δεν αναγνωρίζει ούτε το λάθος του. Η έρευνα αποδεικνύει,
ότι τρεις δολοφονίες πριν από εκείνη της WilmaMcCannανήκουν πιθανότατα στον ίδιο, αν
και δεν είχαν σχετιστεί με τις υπόλοιπες.
Ο αντεροβγάλτης, περήφανος για
την ταυτότητά του, είναι ένας άνθρωπος που δεν κινεί υποψίες ως φυσιογνωμία.
Αυτό είναι το δυνατό του σημείο. Είναι παντρεμένος και ναι, έχει ανακριθεί ήδη
πολλές φορές κατά την ερευνητική διαδικασία. Τα ανώτερα κλιμάκια όμως έχουν
αγνοήσει τα σημάδια στα οποία επιμένει ο αστυφύλακας που έχει μιλήσει μαζί του.
Το παρελθόν του, αποδεικνύει ότι
δεν θα μπορούσε να έχει μια φυσιολογική εξέλιξη. Μεγαλώνει με έναν αλκοολικό
και βίαιο προς την μητέρα του, πατέρα, την οποία μάλιστα κακοποιεί πιστεύοντας
ότι τον απατά. Ο ίδιος είναι ένα απομονωμένο παιδί, με διάφορα κόμπλεξ, τα
οποία στη συνέχεια αναπαράγει το πρότυπο του πατέρα του. Κανείς δεν μπορεί να
φανταστεί τον όλεθρο που θα επιφέρει.
Ο ίδιος, μιμούμενος τα συμπτώματα
που είχε στο παρελθόν η γυναίκα του, θα υποστηρίξει ότι πάσχει από παρανοϊκή
σχιζοφρένεια. Το δικαστήριο έχει διαφορετική γνώμη. Ο αντεροβγάλτης του Yorkshire, PeterSutcliffeπεθαίνει
εν τέλει από κορονοϊό στις 13/11/2020 καθώς δεν δεχόταν επί μέρες να του
χορηγηθεί οποιαδήποτε αγωγή.
Τα θύματα του Yorkshireripper:
30 Οκτωβρίου 1975, Wilma McCann,
28, Leeds
20 Ιανουαρίου 1976, Emily
Jackson, 42, Leeds
11 Φεβρουαρίου 1977, Irene Richardson, 28, Leeds
23 Απριλίου 1977, Patricia Atkinson, 32, Bradford
26 Ιουνίου 1977, Jayne MacDonald, 16, Leeds
1 Οκτωβρίου 1977, Jean Jordan, 20, Manchester
21 Ιανουαρίου 1978, Yvonne Pearson, 21, Bradford
31 Ιανουαρίου 1978, Helen Rytka, 18, Huddersfield
16 Μαΐου 1978, Vera Millward, 40, Manchester
4 Απριλίου 1979, Josephine Whitaker, 19, Halifax
2 Σεπτεμβρίου 1979, Barbara Leach, 20, Bradford
20 Αυγούστου 1980, Marguerite Walls, 47, Leeds
17 Νοεμβρίου 1980, Jacqueline
Hill, 20, Leeds
Πρώην detectives διαρρηγνύουν τα
ιμάτια τους, πως είναι υπεύθυνος για άλλες 22 δολοφονίες.
Όσα έχω αναφέρει, ως εδώ, μπορούν
να θεωρηθούν αρκετά και ίσως ένα ικανό spoilerγια ένα ντοκιμαντέρ τεσσάρων
επεισοδίων. Πίστεψέ με, μπορούν να γραφτούν βιβλία για όλο αυτό. Παρά την
αναφορά που κάνω, δεν έχεις παρά να δεις αυτό το εκπληκτικό δημιούργημα.
Κοινωνικές προεκτάσεις
Κάτι που δεν φαίνεται και
προφανώς θα έπρεπε, είναι οι κοινωνικές προεκτάσεις πίσω από την ιστορία του
αντεροβγάλτη του Yorkshire.
Θα μου πεις, με βάση την συνεχή αποκάλυψη ειδεχθών εγκλημάτων κατά των γυναικών
το τελευταίο διάστημα γίνατε ξαφνικά όλες φεμινίστριες και χτυπιέστε. Να το πω ωμά τί μπορεί να σκέφτεσαι; Ότι καίμε τα σουτιέν μας στις πλατείες, όπως συνήθιζαν να λένε
μεγαλύτεροι από εμένα. Είναι κοροϊδευτικό και μόνο να μου το χτυπάς στην μούρη
σαν αντεπιχείρημα. Δυστυχώς, ο γυναικείος πληθυσμός, ανά την ιστορία της
ανθρωπότητας, υπήρξε κυρίως υπόδουλος. Ψέμα είναι αυτό; Το αδύναμο φύλο. Έτσι
δεν χαρακτηρίζονται οι γυναίκες και δυστυχώς έχει περάσει στην συνείδηση της
πλειοψηφίας;
Όλες οι μάχες κερδίζονται με
αγώνες. Και υπήρξαν αγώνες για όλα τα δικαιώματα τα οποία έχουμε μέχρι σήμερα,
όχι μόνο ως φύλο, ως κοινωνία γενικότερα. Και ξέρεις κάτι; Είναι άπειροι οι
αγώνες που πρέπει να κερδηθούν ακόμη, αλλά αυτό δεν ανήκει εδώ. Ας εστιάσουμε
στην συγκεκριμένη περίπτωση και ας δούμε πίσω από τα γεγονότα.
Πάμε πάλι.
Βρισκόμαστε στην βόρεια Αγγλία,
στην πολιτεία του Yorkshireστην δεκαετία του ’70, στην συνοικία του Chapeltown. Τι είναι η συνοικία του Chapeltown; Μια παρηκμασμένη
πρώην βιομηχανική περιοχή, την οποία έχει κατοικίσει κυρίως η αφρο-καραβιανή
κοινότητα και στην οποία έχει εξαπλωθεί -όχι εξαιτίας αυτών- η πορνεία και η
παραβατικότητα.
Άρα, σύμφωνα με τα εγκλήματα που
διαπράττονται, ποιος είναι ο στόχος; Οι πόρνες. Τί είναι οι πόρνες; Το «μίασμα»
της κοινωνίας. Ποιος ενδιαφέρεται για αυτές, ακόμη και αν απλά κάνουν την
δουλειά τους για να συντηρήσουν τα παιδιά τους; Κανείς! Τί τους αξίζει; Ο
θάνατος. Ποιος τα λέει όλα αυτά; Άνδρες αστυνομικοί, άνδρες ιατροδικαστές,
άνδρες δημοσιογράφοι και γενικώς άνδρες.
Bingo!
Τι σημαίνει αυτό; Ότι μια
ανδροκρατούμενη κοινωνία σε νευραλγικές θέσεις, αποφάσισε για τα θύματα ενός serialkiller. Τι ήταν, πως ζούσαν,
τί προκαλούσαν, γιατί έπαθαν ό,τι έπαθαν. Τα πάντα!
Και αν νομίζεις ότι είμαι μια
ιδιοφυία, λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω. Κάνεις λάθος. Αυτά τα συμπεράσματα
βγήκαν μετά το πέρας αυτής της τραγικής ιστορίας και θα δεις, σε
προκαλώ-προσκαλώ να το δεις, όσοι χειριζόντουσαν την υπόθεση δεν πήραν εύσημα.
Γιατί για να κάνει κανείς καλά την δουλειά του, πόσο μάλλον μια τέτοια δουλειά,
πρέπει να ξεφεύγει από τα στεγανά του δικού του μυαλού, των δικών του πιστεύω,
των δικών του αντιλήψεων και να είναι δεκτικός ακόμη και σε αυτό που
σιχαίνεται.
Τί περιμένεις λοιπόν; Αναζήτησε
το documentaryτου Netflix“Theripper”.
Δεκαπέντε χρόνια μετά τα όσα περιγράφονται στην Ιστορία της
Θεραπαινίδας, το θεοκρατικό καθεστώς της Δημοκρατίας της Γαλαάδ παραμένει
ισχυρό, αλλά τα πρώτα σημάδια της παρακμής αρχίζουν να γίνονται φανερά. Σε αυτή
την κρίσιμη στιγμή, οι ζωές τριών ολότελα διαφορετικών γυναικών συναντιούνται,
και τα αποτελέσματα μπορεί να είναι εκρηκτικά.
Οι δύο ανήκουν στην πρώτη γενιά που ενηλικιώνεται μέσα στην
τυραννία. Στις δικές τους μαρτυρίες προστίθεται μια τρίτη: της Θείας Λίντια, το
περίπλοκο παρελθόν και το αβέβαιο μέλλον της οποίας επιφυλάσσουν πολλές
εκπλήξεις και ανατροπές.
Καθώς η Άτγουντ μάς οδηγεί στα άδυτα του καθεστώτος της
Γαλαάδ, καθεμιά από τις ηρωίδες της, πρέπει να αποδεχτεί ποια είναι και να
αποφασίσει ως πού είναι διατεθειμένη να φτάσει γι’ αυτό που πιστεύει…
Η αριστουργηματική συνέχεια της θρυλικής Ιστορίας της
Θεραπαινίδας. Ένα έργο επίκαιρο, που προορίζεται να γίνει κλασικό.
Τίποτα δεν μένει ίδιο. Η ζωή είναι μια διαδοχή γεγονότων μέσα
από την οποία εξελισσόμαστε και καθώς όλα αλλάζουν γύρω μας, αλλάζουμε και
εμείς.
Η θεία Λίντια έχει πια μεγαλώσει. Θα έλεγε κανείς ότι δεν την
υπολογίζουν όσο άλλοτε, μάλλον γιατί άλλες θείες εποφθαλμιούν την θέση της. Η
ίδια όμως συντηρεί το κύρος, την ισχύ και την φήμη της. Μέσα και έξω από την
Γαλαάδ, όλοι γνωρίζουν το όνομά της.
Το ίδιο συμβαίνει και με το όνομα της μικρής Νικόλ. Όλοι
γνωρίζουν, ότι απήχθη σε βρεφική ηλικία, έκτοτε κανείς δεν την έχει δει, αλλά
όλοι καρτερούν την επιστροφή της.
Η «απαγωγή» της, από την βιολογική της μητέρα, και η προώθησή
της μέσω του δικτύου Maydayστο Καναδά ήταν μόνο η αρχή, για μια συρροή εξόδου γυναικών
από την Γαλαάδ.
Όσες γυναίκες όμως και αν ξέφυγαν από το καθεστώς, δεν
σταμάτησαν να αντικαθίστανται από νέες, ψάρεμα των «Μαργαριταρένιων» οι οποίες
δεν ήταν τίποτε άλλο από μαθητευόμενες θείες, οι οποίες σε αποστολές τους στον
Καναδά προσηλύτιζαν «χαμένα» κορίτσια, τάζοντάς τους, μια καλύτερη ζωή
απαλλαγμένη από την «αμαρτία». Μια ζωή όμως που αγνοούν, ότι είναι χειρότερη από
την κόλαση.
Από την άλλη πλευρά, μέσα στην Γαλαάδ γεννήθηκαν και
μεγάλωσαν αγόρια και κορίτσια που δεν γνώρισαν άλλη πραγματικότητα από αυτή. Ο
τόπος αυτός είναι ο τόπος τους. Οι συνήθειες της είναι συνήθειες τους. Δεν
γνωρίζουν τί θα πει να ζεις ελεύθερος και προσπαθούν -με όσα μέσα έχουν- να
κάνουν την καλύτερη επιλογή για τον εαυτό τους.
Μέσα από τις περιγραφές των γεγονότων αντιλαμβανόμαστε ότι η
αίγλη μιας άλλης εποχής έχει ήδη χαθεί και ότι οι ρωγμές είναι ήδη βαθιές.
Αυτό που κανείς δεν περιμένει είναι ο ρόλος που θα παίξει η
θεία Λίντια στην εξέλιξη των γεγονότων και πως η μικρή Νικόλ θα στιγματίσει την
εξέλιξή τους.
Το δυστοπικό μυθιστόρημα της Άτγουντ, μάς εισάγει σε μια
παρανοϊκή συνθήκη, όπου το καθεστώς ενός τόπου στην Αμερική αλλάζει και μαζί οι
ζωές όλων των ανθρώπων -κυρίως των γυναικών. Είναι ακραίο και προκαλεί
ανατριχίλα, αν φανταστεί κανείς, ότι ξυπνάς μια μέρα και ξαφνικά δεν έχεις κανένα
δικαίωμα, δεν σου ανήκει τίποτα -ούτε καν το παιδί σου- και εφόσον βρίσκεσαι
σε αναπαραγωγική ηλικία, γίνεσαι μέσο τεκνοποίησης -με βιασμό- με μοναδικό
προορισμό την διαιώνιση του είδους. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι πιο εξωφρενικό, και όσο πιο εξωφρενικό μού φαίνεται, τόσο συνειδητοποιώ, ότι οι ισορροπίες, τις
οποίες με σοφία έθεσε η συγγραφέας, σε αυτό της το έργο, είναι εύθραυστες και
μπορούν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή.
Ο συσχετισμός της ιστορίας με το σήμερα..
Η ένταση της εποχής που ζούμε -όπου από την μία, επιτέλους αποκαλύπτονται
ειδεχθείς πράξεις σε βάρος και των δύο φύλων (εκ των πραγμάτων εστιάζω στις γυναίκες, βοηθάει και η ιστορία της Άτγουντ σε αυτό), αλλά από την άλλη σηματοδοτείται ότι δεν
πρόκειται για θεωρίες, συμβαίνουν διαρκώς γύρω μας ή σε εμάς τους ίδιους, κάνει από μόνη της την ιστορία πιο
σημαντική.
Θέλουμε να πιστεύουμε, ότι ζούμε σε μια κοινωνία όπου δεν
χρειάζεται να φοβόμαστε να κυκλοφορούμε μόνες στο δρόμο, να σκεφτόμαστε πώς θα
ντυθούμε ή θα συμπεριφερθούμε,ενώ την
ίδια στιγμή χιλιάδες γυναίκες παρενοχλούνται ή κακοποιούνται μέρα ή νύχτα σε
οποιοδήποτε σημείο της γης.
Θέλουμε να πιστεύουμε, ότι έχουμε ίσα δικαιώματα στην κοινωνία
και την εργασία, ενώ την ίδια ώρα χιλιάδες γυναίκες περιθωριοποιούνται εξαιτίας
του φύλου τους.
Θέλουμε να πιστεύουμε ότι μπορούμε να εμπιστευόμαστε το
σύντροφο που επιλέγουμε, ενώ την ίδια ώρα γυναίκες κακοποιούνται ή σκοτώνονται
με βάναυσο τρόπο από τους συντρόφους τους.
Θέλουμε να πιστεύουμε, ότι είμαστε ασφαλείς, ενώ την ίδια ώρα γυναίκες γνωρίζουν την κακοποίηση, την ταπείνωση, την εμπορευματοποίηση και τον
εξευτελισμό μέσα στο ίδιο τους το σπίτι ή στο άμεσο οικογενειακό τους
περιβάλλον.
Πρέπει να αντικρίσουμε κατάματα το πρόβλημα, όποιο και αν είναι αυτό. Πρέπει να
σκεφτόμαστε όλες και όλοι ότι εφόσον κάτι δεν πηγαίνει καλά, οφείλουμε να
αντιδράσουμε, να ζητήσουμε βοήθεια, να μιλήσουμε, να μην αφήσουμε το κακό να διαιωνίζεται.
Όσο παρανοϊκό και αν σου μοιάσει αυτό το σενάριο και τόσα
άλλα που με μαεστρία έχουν γραφτεί, είναι μόνο ένα καμπανάκι για το τί θα μπορούσε
να συμβεί μέσα σε μια στιγμή (ήταν σίγουρα στις προθέσεις της συγγραφέως η αφύπνιση, ειδάλλως γιατί να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο) και να σε ξυπνήσει έγκαιρα έτσι ώστε την επόμενη φορά
που θα αντιμετωπίσεις μια ανάρμοστη συμπεριφορά να μην πεις -έτυχε, ήταν μια
κακιά στιγμή, δεν θα κατάλαβα καλά, ήταν δικό μου λάθος.
Οι διαθήκες κυκλοφορούν στην χώρα μας από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
Τι συμβαίνει στην οικία των
Ντάρνλι; Μέσα από την τελευταία πόρτα της σοφίτας, που είναι ανοιχτή,
διακρίνεται μια λάμψη περίεργη, καθηλωτική, που φωτίζει τα λευκά πορσελάνινα
πόμολα στις άλλες τρεις πόρτες. Κάποιοι ακούν μυστηριώδεις ήχους βημάτων… Όλοι πιστεύουν
ότι το δωμάτιο είναι στοιχειωμένο από το πνεύμα της Έλενορ Ντάρνλι, που πριν
από χρόνια βρήκε εκεί τραγικό θάνατο.
Οι Λάτιμερ δεν διστάζουν να εγκατασταθούν στο
σπίτι των Ντάρνλι. Η Άλις Λάτιμερ, μέντιουμ, επιδιώκει να επικοινωνήσει με το
πνεύμα της Έλενορ, που φαίνεται ότι διψάει για εκδίκηση. Ο σύζυγός της, ο
Πάτρικ Λάτιμερ, δέχεται να περάσει μια νύχτα στο δωμάτιο, για να αποδείξει ότι
δεν είναι στοιχειωμένο.
Η πόρτα κλείνει πίσω του και
σφραγίζεται με βουλοκέρι. Όταν όμως ανοίγει, εντοπίζεται εκεί το πτώμα ενός
άλλου άντρα.
Οι σφραγίδες είναι άθικτες· η
πόρτα δεν έχει παραβιαστεί. Πού είναι ο Πάτρικ; Σε ποιον ανήκει το πτώμα που
κείτεται στο πάτωμα;
Ένας άντρας πυροβολείται
θανάσιμα στο γειτονικό σπίτι των Ουάιτ. Ο δολοφόνος φαίνεται ότι έχει διαφύγει,
ωστόσο το απάτητο χιόνι τριγύρω δεν αφήνει καμία αμφιβολία…
Ο επιθεωρητής Ντρου
αναλαμβάνει να διαλευκάνει το μυστήριο. Ποιοι είναι οι δράστες; Πώς σχεδίασαν
τις επιθέσεις τους; Και με ποιον τρόπο συνδέεται ο θρύλος του μάγου Χουντίνι με
αυτή την ανεξήγητη ιστορία;
Ο Paul Halter έχει
χαρακτηριστεί «διάδοχος του John Dickson Carr», που θεωρείται ο μετρ του locked
room mystery.
Ο Τζέιμς και ο Χένρι είναι
φίλοι. Η Ελίζαμπεθ, αδερφή του Τζέιμς, επιθυμεί διακαώς να πλησιάσει τον φίλο
του αδερφού της, αλλά η αμήχανη στάση του Χέρνι και η περίεργη συμπεριφορά του, την απογοητεύει.
Η Ελίζαμπεθ είναι μια όμορφη κοπέλα και αν ο Χένρι δεν κάνει τίποτα για να την
κερδίσει, εκείνη σκέφτεται το ενδεχόμενο, να ενδώσει στο φλερτ του Τζον.
Μέχρι εδώ όλα καλά…
Η μητέρα του Τζον έχει πεθάνει.
Όλα δείχνουν πως η Έλενορ Ντάρνλι αυτοκτόνησε. Οι λάμψεις, όμως, από το δωμάτιο που άφησε την
τελευταία της πνοή, οι περίεργοι ήχοι στη σκάλα, όταν όλοι κοιμούνται και οι
ένοικοι που ποτέ δεν μένουν για πολύ καιρό στο σπίτι των Ντάρνλι, κινούν άλλου
είδους υποψίες.
Τα πράγματα θα αλλάξουν
καθοριστικά, όταν το ζευγάρι των Λάτιμερ, θα αποφασίσει να μείνει στο σπίτι των
Ντάρνλι. Η Άλις Λάτιμερ, ως μέντιουμ, θα μυήσει σε αποκρυφιστικές τελετές τόσο τους
νοικάριδές της, όσο και τους περίοικούς τους.
Οι εξελίξεις δείχνουν πως ένα
κύκλος αίματος έχει μόλις ανοίξει και πως είναι αργά για τους εμπλεκόμενους να κάνουν
πίσω.
Τα χρόνια περνούν και το δολοφονημένο
σώμα που θα βρεθεί στο σφραγισμένο τέταρτο δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου στο
σπίτι των Ντάρνλι, περιπλέκει, αντί να λύνει το μυστήριο.
Ο Paul Halter τιμήθηκεγιατηνΤέταρτηΠόρταμετο Prix du Roman Policier du Festival de Cognac το 1987.
Είναι δύσκολο να κρατήσεις ισορροπίες
και να μιλήσεις για την τέταρτη πόρτα χωρίς να προβείς σε αποκαλύψεις. Το θεωρώ
καθόλα λάθος να κάνεις spoilerσε
ένα βιβλίο πέρα από ένα σημείο.
Τι έχουμε λοιπόν εδώ;
«Η Τέταρτη Πόρτα» αποτελεί ένα
εγκεφαλικό μυθιστόρημα μυστηρίου. Σου δίνει τα δεδομένα όπως εξελίσσονται και
συνάμα, σού γεννά ερωτηματικά χωρίς να προδίδει, στο ελάχιστο, την λύση τους. Θα πιστέψεις
ότι ξέρεις. Σε ορισμένα σημεία θα ισχυριστείς, ότι είδες το προφανές, αλλά θα έχεις
πέσει έξω.
Πήγαινε μέχρι το τέλος και απόλαυσε
το ταξίδι.
Ομολογώ ότι δεν το άφησα από
τα χέρια μου, μέχρι που έφτασα στην τελευταία σελίδα. Καθώς δεν διαβάζω γρήγορα,
αφού θέλω να απολαμβάνω και να απορροφώ την κάθε ιστορία, αυτό συμβαίνει σπάνια.
Η εθιστική πλοκή του δεν μου άφησε περιθώρια. Σίγουρα θα το διαβάσω ξανά.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Paul Halter, συγγραφέας
αστυνομικών μυθιστορημάτων, είναι κυρίως γνωστός για τα έργα του που ανήκουν
στην κατηγορία τού Locked Room Mystery – τα λεγόμενα αστυνομικά μυθιστορήματα
κλειστού δωματίου, όπου ο αναγνώστης καλείται να ανακαλύψει τον δράστη αλλά και
πώς κατάφερε να διαπράξει τον φόνο και να διαφύγει από τη σκηνή του εγκλήματος.
Ακολούθησε σπουδές
τεχνολογικής κατεύθυνσης και, αργότερα, κατατάχθηκε στο γαλλικό σώμα
πεζοναυτών, με την ελπίδα να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Όταν οι προσδοκίες του
διαψεύστηκαν, αποχώρησε από τον στρατό και εργάστηκε για ένα διάστημα ως
ασφαλιστής, ενώ συμπλήρωνε το εισόδημά του παίζοντας κιθάρα στο τοπικό
μουσικοχορευτικό συγκρότημα. Εγκατέλειψε το επάγγελμα του ασφαλιστή για να
εργαστεί στην κρατική εταιρεία τηλεπικοινωνιών.
Όπως έχει πει ένας κριτικός:
«Παρόλο που έχει επηρεαστεί έντονα από τον Carr και την Christie, ο Paul Halter
διαθέτει ένα ιδιαίτερο, προσωπικό στιλ και μπορεί να συναγωνιστεί οποιονδήποτε
συγγραφέα, χάρη στην πρωτότυπη πλοκή των έργων του και στο ατμοσφαιρικό ύφος
του».
Η Τέταρτη Πόρτα εκδίδεται για
πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Σύμφωνα με την Βικιπαίδεια,αποτύπωμα ονομάζεται το σημάδι (κάτι που άλλαξε και παραμένει), εκεί από όπου πέρασε κάποιος ή κάτι, από το οποίο μπορεί να ανακαλυφθεί η ταυτότητα του διερχόμενου από το χώρο αυτό. Ακριβώς αυτή η δυνατότητα εξακρίβωσης του ποιος άφησε το αποτύπωμα δίνει τη διαφορά του αποτυπώματος από το ίχνος.
Ακριβώς αυτό θα επιδιώξω να κάνω με αυτή τη στήλη αρχής γενομένης από σήμερα.
Όπως είναι ήδη γνωστό, ο κάθε δημιουργός, όταν κοινοποιεί δημόσια ένα οποιοδήποτε έργο του, αφήνει το σημάδι του στην κοινωνία και την τέχνη (εάν παράγει τέχνη). Στην σημερινή εποχή, όπου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυριαρχούν αυτό είναι ακόμη πιο έντονο. Είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, αφήνουμε το στίγμα μας με όσα λέμε και προβάλλουμε. Ο αυθορμητισμός, αλλά και η σοφία μας, δοκιμάζονται. Καλόν είναι, να έχουμε επίγνωση των πράξεών μας. Σε καμία περίπτωση αυτό δεν θα πρέπει να γίνεται τροχοπέδη για την δημιουργικότητα αλλά και την έκφρασή μας.
Έτσι λοιπόν, (αναγνωρίζω ότι θα έπρεπε να το έχω πάρει από καιρό απόφαση), σε αυτή τη στήλη, στο προσωπικό μου αποτύπωμα, αρχικά, θα αναφέρομαι σε έργα δικά μου και θα σας λέω ιστορίες πίσω από αυτά. Στην συνέχεια, ευελπιστώ να έχω τη θέληση να αναρτώ νέα μικρά κείμενα και εν ελθέτω χρόνο πιθανόν να αναφέρομαι και σε θέματα της κοινωνίας που μού εγείρουν τον προβληματισμό.
Σήμερα λοιπόν, θέλοντας να κάνω μια ολοκληρωμένη αρχή, θα σας μιλήσω για το ποίημά μου, με τίτλο "Η Λησμονιά", το οποίο απέσπασε τιμητικό έπαινο από το Διαγωνισμό Ποίησης της Alzheimer Hellas το 2019.
Πώς προέκυψε;
Αναζητώ συχνά διαγωνισμούς. Μου αρέσει και επιδιώκω να βρίσκομαι σε αυτή τη συνθήκη. Δεν θα μπορούσα να το κάνω για είδη κειμένων με μεγάλη έκταση, γιατί νιώθω κάποιου είδους περιορισμό στην έκφραση, αλλά όσον αφορά τα διηγήματα και την ποίηση, ανταποκρίνομαι πολύ ευχαρίστως.
Η αλήθεια είναι, ότι δεν έχω καμία σχέση με την ποίηση, όπως και οι περισσότεροι, νομίζω. Ξέρω όμως πολύ καλά, ότι η ποίηση δεν διδάσκεται. Επομένως για να γράψεις ένα ποίημα, πρέπει να στραφείς προς τα μέσα σου και να αποτυπώσεις αυτό ακριβώς που θα βγει.
Δεν ξέρω εάν χρειάζεται μέτρο και ομοιοκαταληξία.. μάλλον δεν παίζουν τόσο ρόλο πια. Αυτό που σίγουρα χρειάζεται είναι να το πιστέψεις, να το προσπαθήσεις και όταν το ολοκληρώσεις να νιώθεις καλά με τον εαυτό σου, όπως και σε κάθε ολοκλήρωση ενός έργου.
Έτσι κινήθηκα.
Το θέμα του, "Το σώμα της μνήμης και η μνήμη του σώματος στη ζωή και στην τέχνη", ήταν αρκετό για να με συνεπάρει. Έχοντας ζήσει την νόσο του Alzheimer από κοντά, σχεδόν μέσα στο ίδιο μου το σπίτι (αυτό μπαίνει και βγαίνει σε εισαγωγικά) είχα όλες τις προσλαμβάνουσες και όλη την ψυχική φόρτιση για να ανταπεξέλθω.
Πώς γράφτηκε;
Θυμάμαι ότι ήταν Σεπτέμβρης και ο διαγωνισμός σε λίγες μέρες θα εξέπνεε. Ήταν Κυριακή και μόλις που τον είχα πάρει μυρωδιά. Ήταν μεσημέρι και υπήρχε μια ψύχρα στην ατμόσφαιρα που μαρτυρούσε ότι το καλοκαίρι είχε φτάσει προς το τέλος του. Καθόμουν οκλαδόν (ως συνήθως) πάνω στο κρεβάτι και άφησα το μυαλό μου ελεύθερο. Δεν μου πήρε πάνω από δύο ώρες και είχα μπροστά μου τρία ποιήματα γύρω στους δεκαπέντε στίχους.
Αφότου τελείωσα, το αγαπημένο μου από αυτά, το σιγοψιθύριζα για ώρες. Κάτι δεν μου κολλούσε και ήθελα να το φτιάξω. Την επόμενη ή μεθεπόμενη μέρα τα έστειλα.
Ήταν ο πρώτος διαγωνισμός που διακρίθηκα, αλλά όχι ο πρώτος που έπαιρνα μέρος. Η χαρά μου ήταν τεράστια. Όταν έλαβα τον έπαινο, υπενθύμισα στον εαυτό μου, ότι είχα κάνει πολύ καλά που είχα πάρει μέρος, αφού πια η κίνησή μου είχε αποφέρει καρπούς και η ψυχή μου είχε γεμίσει.
Σας το παραθέτω ακολούθως και θα τα πούμε ξανά σύντομα σε ένα ακόμη αποτύπωμα.
Όταν
ένα από τα μεγάλα κεφάλια πίσω από το
αποτρόπαιο πολιτικό σκάνδαλο της Καμένης
Γης βρέθηκε δολοφονημένο, πολλοί ήταν
αυτοί που πίστεψαν στο χέρι της θείας
δίκης. Η ιστορία, όμως, δεν τελείωσε
εκεί. Το πρώτο θύμα ακολούθησε ένα
δεύτερο, έπειτα ένα τρίτο… Όλα, εμπλεκόμενα
στο ίδιο σκάνδαλο. Όλα, στο στόχαστρο
του ίδιου άγνωστου δολοφόνου. Η Νυχτερίδα
βρίσκεται ανάμεσά μας! Ποιος ή ποια
κρύβεται πίσω από την ταυτότητα του
μυστηριώδη δολοφόνου; Τι σχέση έχει με
τους ανθρώπους πίσω από το σκάνδαλο και
ποιος είναι ο απώτερος σκοπός της;
Πρόκειται για έναν εκδικητή της κοινωνίας
ή για έναν ακόμα μανιακό κατά συρροή
δολοφόνο; Απέναντι στην αχόρταγη μανία
της Νυχτερίδας θα σταθούν μία σερίφισσα
με ριψοκίνδυνο σχέδιο, ένας τραμπούκος
σε μονοπάτι αυτοβελτίωσης και ένα έφηβο
και ατίθασο κορίτσι, που αδυνατεί να
βρει ένα μέρος στο οποίο να ανήκει. Τα
πιόνια είναι στημένα και οι παίκτες
στις θέσεις τους.
Η
παρτίδα ξεκινάει.
Το
σκάνδαλο της Καμένης Γης αφήνει πίσω
του, μόνο δυστυχισμένους ανθρώπους.
Η
νυχτερίδα αποφασίζει να γίνει το μέσο
για να αποδοθεί δικαιοσύνη αφού οι
εμπλεκόμενοί του κυκλοφορούν ελεύθεροι
και κυρίως ατιμώρητοι. Οι μέθοδοί της
διαφέρουν αλλά η κάλυψή της είναι άψογη
και φροντίζει πάντοτε να αφήσει το
στίγμα της. Το κάνει από εκδίκηση ή πίσω
από την επιφάνεια κρύβεται ένα μυαλό
που διψά για αίμα;
Τα
θηράματά της, για την προφύλαξή τους
συγκεντρώνονται σε μια πλήρως ελεγχόμενη
κρυψώνα. Σε αυτή την κρυψώνα, μια τεχνητή
φυλακή, θα βρεθεί όχι μόνο η Νυχτερίδα,
αλλά και ένα ολόκληρο χωριό που αγνοεί
τις προθέσεις της.
Ανάμεσά
τους ο Άντον, ο οποίος ύστερα από μια
απερίσκεπτη πράξη, τιμωρείται με ένα
ασυνήθιστο τρόπο, που έχει ως γνώμονα
όχι την εκδίκηση για την πράξη του αλλά
το σωφρονισμό του. Μαζί του ένα νεαρό
έφηβο κορίτσι με παραβατική συμπεριφορά.
Τι έχουμε
λοιπόν εδώ;
“Η
Νυχτερίδα ανάμεσά μας” αποτελεί ένα
αστυνομικό μυθιστόρημα με μικρή έκταση
αλλά πυκνό περιεχόμενο. Ο συγγραφέας
έχοντας φρέσκια ματιά, μάς κάνει κοινωνούς
σε μια συνθήκη, που δίνει κάτι καινούριο
σε αυτού του είδους τα μυθιστορήματα,
την στιγμή που πολλά από αυτά, τείνουν
να μοιάζουν και στην πλοκή, αλλά και
στον τρόπο έκφρασης.
Το
σκηνικό συμπληρώνεται από πρωτότυπες
εικόνες και σκηνικά, στα οποία μπορείς
να περιηγηθείς χωρίς προσπάθεια. Οι
ήρωες έχουν χαρακτήρα και είναι δυνατές
προσωπικότητες. Θα ξεχώριζαν για την
μοναδικότητα και την ιδιαιτερότητά
τους, ο καθένας από αυτούς, σε όποια
κοινωνία και εάν βρισκόντουσαν.
Χαίρομαι
ιδιαίτερα, όταν ανακαλύπτω έργα νέων
συγγραφέων με τέτοια ποιότητα γραφής.
Το γεγονός αυτό, είναι από μόνο του
ενθαρρυντικό για το μέλλον της λογοτεχνίας
και προσωπικά παίρνω κουράγιο για να
συνεχίσω.
Η
αδυναμία του έργου αυτού, κατά την άποψή
μου, είναι ότι κλείνει νωρίς. Είχε την
δυναμική και τις προοπτικές να καλύψει
και άλλα γεγονότα, ή ακόμη να γίνει
περισσότερο περιγραφικό και λεπτομερές.
Θα ήθελα να ξέρω και άλλα για τους ήρωες.
Υπήρχαν τα περιθώρια να συμβεί αυτό,
αφού η πλοκή σου κρατά αμείωτο το
ενδιαφέρον.
Ευθύς
εξ αρχής με τράβηξε η περίληψή του, όσο
και το αινιγματικό εξώφυλλό του και ως
συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις δικαιώθηκα
για την επιλογή μου.
Λίγα λόγια
για τον συγγραφέα:
Ο
Χάρης Θωμαΐδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη,
στις 16 Οκτωβρίου του 1992 και ζει στην
Αλεξανδρούπολη με τη γυναίκα του Αθανασία
και τον σκύλο τους Σπίθα. Είναι απόφοιτος
του Παιδαγωγικού Τμήματος του Αριστοτελείου
Πανεπιστημίου και η ενασχόλησή του με
τη συγγραφή ξεκίνησε στα δεκαπέντε του
χρόνια, όταν οι σχολικές εκθέσεις
αποτελούσαν βάση δημιουργίας μικρών
διηγημάτων. Στα είκοσι δύο του ολοκλήρωσε
και το πρώτο του μυθιστόρημα. Τώρα,
εργάζεται σε πολυεθνική εταιρεία, όπου
του δίνεται η ευκαιρία να γνωρίζει
καθημερινά νέα πρόσωπα και να συλλέγει
ξεχωριστές εμπειρίες.
Ελπίζω και
εύχομαι στο μέλλον να έρθω σε επαφή και
με άλλα έργα του Χάρη Θωμαΐδη.
“Η Νυχτερίδα
ανάμεσά μας” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις
Πηγή.